Η αντίθεση και καταρχήν καταψήφιση του κρατικού προϋπολογισμού, από το μεγαλύτερο μέρος της αντιπολίτευσης, κατά τη διάρκεια των σχετικών συζητήσεων είχε δώσει την εντύπωση μιας καλής ευκαιρίας να τεθεί σοβαρά στη συζήτηση, το ζήτημα μιας μεγάλης κοινωνικής αδικίας.

Αυτής των καταχρηστικών εκποιήσεων της ενυπόθηκης περιουσίας, που ξεκίνησε το 2018, μετά την τροποποίηση του περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων νόμου, με την συμβολή των ΔΗΣΥ, ΔΗΚΟ και Αλληλεγγύης.

Υπενθυμίζεται ότι, η συγκεκριμένη εξέλιξη ευθυγραμμίστηκε, ξανά μετά το 2012-2013, με τις πιο αντικοινωνικές και αντιλαϊκές απαιτήσεις του αδηφάγου τραπεζικού συστήματος. Τότε, προκειμένου να σωθούν οι Τράπεζες, είτε έβαλαν -κυριολεκτικά- χέρι στους λογαριασμούς των καταθετών, είτε τους παρακινούσαν να επενδύσουν σε αξιόγραφα τραπεζών, των οποίων το κλείσιμο ήταν προδιαγεγραμμένο. Το 2018, μεταξύ άλλων, απελευθερώθηκαν οι διαδικασίες εκποίησης των ακινήτων, εκ μέρους των τραπεζών, ακόμα και στις περιπτώσεις στις οποίες οι οφειλέτες αμφισβητούν τις χρεώσεις των συμβάσεών τους και ενώ εκκρεμούν διαδικασίες ενώπιον των κυπριακών Δικαστηρίων.

Με αποκορύφωμα τις εκποιήσεις, η αυθαιρεσία των τραπεζών, με τις ευλογίες της κυβέρνησης και των πολιτικών κομμάτων που στήριξαν την τροποποίηση του περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων νόμου, ενισχύοντας τον μηχανισμό εκποίησης των υποθηκευμένων περιουσιών, φαίνεται να αποτελεί ένα λυπηρό status quo.

Οι καταγγελίες που κατατέθηκαν σε συνεδρίαση της Επιτροπής Εμπορίου της Βουλής στις 2 Μαρτίου 2021, είναι ενδεικτικές της αναλγησίας των πιστωτικών ιδρυμάτων: i) oι οικονομικές απαιτήσεις των Τραπεζών για έκδοση καταστάσεων λογαριασμού και πιστοποιητικών, που θα έπρεπε να δίνονται δωρεάν, ii) το μπλοκάρισμα, από την πλευρά των Τραπεζών, της στελέχωσης του γραφείου του Χρηματοοικονομικού Συμβουλίου που έχει την αρμοδιότητα να εξετάζει παράπονα δανειοληπτών, iii) η μονομερής αύξηση του επιτοκίου από τις Τράπεζες που πωλούσαν δάνεια σε εταιρείες εξαγοράς πιστώσεων και iv) η απαίτηση από δανειολήπτες να κάνουν ένορκη δήλωση ότι αν δεν πετύχει η αναδιάρθρωση του δανείου τους, δεν θα προσφύγουν στο δικαστήριο, είναι μόνο μερικά από τα ανήκουστα που κατατέθηκαν στην εν λόγω Συνεδρίαση και τα οποία επιβεβαιώνουν ότι οι Τράπεζες ενεργούν ως ανεξέλεγκτος, ανάλγητος, αλλά καθ’ όλα προνομιούχος παράγων, εντός της ΚΔ.

Φαίνεται ότι, στο ίδιο πνεύμα εξυπηρέτησης του μονοπωλίου των Τραπεζών, κινήθηκαν και οι εισηγήσεις για την θεσμοθέτηση Ειδικών Δικαστηρίων εκδίκασης των διαφορών που προκύπτουν από δανειακές συμβάσεις. Αν και κάποια κόμματα, όπως ο ΔΗΣΥ και η ΕΔΕΚ, προσπάθησαν να παρουσιάσουν τα ειδικά δικαστήρια ως μικρή νίκη για τους δανειολήπτες, ο πραγματικός λόγος της δημιουργίας τους είναι η πάγια ειδική μεταχείριση και εξυπηρέτηση των Τραπεζών, εις βάρος των υπόλοιπων πολιτών των οποίων οι υποθέσεις εκκρεμούν, προς εκδίκαση, ενώπιον των κυπριακών Δικαστηρίων. Η διάκριση αυτή, δημιουργεί αρνητικό προηγούμενο στις διαδικασίες απονομής της δικαιοσύνης, παραβιάζοντας Συνταγματικά Δικαιώματα πολιτών της χώρας, ως προς την ισότιμη απονομή της δικαιοσύνης απέναντι σε όλους.

Δυστυχώς, η αλήθεια για τους πραγματικούς λόγους των ειδικών δικαστηρίων αποτυπώνεται και μέσα από την αιτιολογική έκθεση που συνοδεύει το νομοσχέδιο. Αυτούσιο το σχετικό απόσπασμα της έκθεσης: «Η αντιμετώπιση των προβλημάτων που έχουν προκύψει στο χρηματοπιστωτικό τομέα, λόγω μεγάλου αριθμού μη εξυπηρετούμενων δανείων, αποτελεί προτεραιότητα της Κυβέρνησης. Προκειμένου να μπορέσουν οι τράπεζες να ανταποκριθούν στις δεσμεύσεις που έχουν αναλάβει έναντι της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, για τη μείωση του προβλήματος αυτού, κρίνεται επιβεβλημένη η στήριξή τους από το κράτος, με τη λήψη μέτρων που να οδηγούν στη σύντομη και χωρίς καθυστέρηση εκδίκαση τέτοιων διαφορών. Ταυτόχρονα σκοπός της Δημοκρατίας είναι να συνδράμει στην επιτάχυνση της εκδίκασης μιας κατηγορίας εξειδικευμένων υποθέσεων που εκκρεμούν στα Δικαστήρια, και με τον τρόπο αυτό στην ταχεία επίλυση τους».

Οι τράπεζες προφανώς αντιλαμβάνονται και αξιοποιούν, με κάθε δυνατό τρόπο, την επιρροή τους στους θεσμούς, ακόμα κι αν αυτή έρχεται σε σύγκρουση με το δημόσιο συμφέρον. Αυτή η υποτακτικότητα των θεσμών είναι που δημιούργησε και την αυτοπεποίθηση των τραπεζικών ρητρών. Μετά την απόφαση που εκδόθηκε από το Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας, στις 25/2/2021 μπορούμε να πούμε με βεβαιότητα ότι οι Τράπεζες εκμεταλλεύτηκαν την θέση ισχύος τους στο οικονομικό μας σύστημα. Καταχρηστικές και αδιαφανείς χαρακτηρίστηκαν δεκατρείς ρήτρες συμβολαίου στεγαστικού δανείου της Societe Generale. Στην συγκεκριμένη υπόθεση, το Δικαστήριο κατέληξε στο ότι λόγω της πληθώρας των όρων της σύμβασης που έχουν κριθεί ως καταχρηστικές και αδιαφανείς, η συγκεκριμένη σύμβαση, δεν μπορεί να εξακολουθεί να ισχύει και να εφαρμόζεται. Αυτό που πρέπει να γίνει από εδώ και πέρα είναι φυσικά, οι επηρεαζόμενοι πολίτες, να διεκδικήσουν τα δικαιώματα τους ενώπιον των Δικαστηρίων στην βάση της πρόσφατης απόφασης με την οποία οι Τράπεζες δεν μπορούν να χρησιμοποιούν ρήτρες που έχουν κριθεί ως καταχρηστικές και το συμβόλαιο που τις περιλαμβάνει καθίσταται άκυρο.

Η πρόσφατη αυτή εξέλιξη, είναι ένα θετικό βήμα στην μέχρι σήμερα διστακτική στάση των Δικαστηρίων. Σε καμία περίπτωση, όμως, αυτό δεν είναι αρκετό. Ο νόμος των εκποιήσεων παραμένει, ακραία, αντιλαϊκός και είναι καθήκον της ΒτΑ να τον τροποποιήσει. Η σύσταση Ειδικών Δικαστηρίων, πέρα από την προφανή άνιση μεταχείριση που επιτελεί, ως προς την απονομή της δικαιοσύνης, ενέχει σημαντικές πρακτικές ασάφιες, οι οποίες επιβεβαιώνουν ένα πράγμα. Δεν αποτελεί, παρά ένα προπέτασμα καπνού, ενός κράτους που πίνει νερό στο όνομα των τραπεζών.

Του Ορέστη Μάτσα

Δημοσιεύτηκε στο cyprustimes.com

Κατηγορίες: Oικονομία

0 σχόλια

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *