Κάνοντας μια σύντομη ιστορική αναδρομή στις σχέσεις μεταξύ της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΕΕ) και της Τουρκίας, παρατηρούμε μια μακρόχρονη προσπάθεια συνεργασίας των δύο μερών. [56]Αρχής γενομένης από το 1963 με την υπογραφή της Συνθήκης της Άγκυρας, επισημοποιείται η συνεργασία της Τουρκίας με την Ευρωπαϊκή Οικονομική Κοινότητα (ΕΟΚ). Στη συνέχεια το 1987, η Τουρκία υποβάλλει αίτηση πλήρους προσχώρησης στην Ευρωπαϊκή Κοινότητα, ενώ το 1996 ενεργοποιείται η ένταξη της Τουρκίας στην Τελωνειακή Ένωση ως αποτέλεσμα της Συνθήκης της Άγκυρας. Το 1999 αποδίδεται στη Τουρκία ο τίτλος της υποψήφιας χώρας προς ένταξη στην ΕΕ Τέλος το 2005 οριοθετείται το πλαίσιο διαπραγμάτευσης και εκκινούν επίσημα οι διμερείς συζητήσεις για την ένταξη της Τουρκίας στην Ένωση.

  • Πλαίσιο συνεργασίας

[57]Στο πλαίσιο των συζητήσεων μεταξύ των δύο μερών έχουν ανοιχτεί συνολικά δεκαέξι κεφάλαια προαπαιτούμενων, ενώ ένα εξ αυτών έχει αρχειοθετηθεί προσωρινά. Καταγράφεται υψηλή συνεργασία ΕΕ – Τουρκίας σε τομείς κοινού ενδιαφέροντος όπως είναι η εξωτερική πολιτική αλλά και η πολιτική ασφάλειας. Ενδεικτικό είναι το γεγονός ότι κατά το 2017 και το 2018 έχουν πραγματοποιηθεί αρκετές συναντήσεις τόσο σε επίπεδο ηγετών όσο και σε ανώτατο διπλωματικό επίπεδο, με σκοπό τη χάραξη κοινής πολιτικής σε κρίσιμα ζητήματα.

[58]Τα σημαντικότερα ζητήματα στα οποία παρατηρείτε ουσιαστική συνεργασία, είναι η διαχείριση της προσφυγικής κρίσης και η καταπολέμηση της τρομοκρατίας. Η πολιτική και κοινωνική αστάθεια  που επικρατεί στην γειτονική περιοχή (Συρία, Λιβύη, Ιράκ), αποτελεί κύρια πηγή προβληματισμού τόσο για τα κράτη μέλη της ΕΕ, όσο και για την Τουρκία. Η εμπόλεμη κατάσταση της Συρίας, έχει προκαλέσει ογκώδεις προσφυγικές ροές προς τον Ευρωπαϊκό χώρο. Δεδομένης της ανεξέλεγκτης κατάστασης στο Αιγαίο, όπου η άτακτη και επικίνδυνη διακίνηση εκατομμυρίων προσφύγων κόστισε τη ζωή σε χιλιάδες ανθρώπους, κρίθηκε επιτακτική η ανάγκη δημιουργίας ενός κοινού προγράμματος αντιμετώπισης του ζητήματος. Από τον Μάρτη του 2016 μέχρι σήμερα η Τουρκία με συγχρηματοδότηση από την ΕΕ έχει προσφέρει ανθρωπιστική βοήθεια και υποστήριξη σε περισσότερους από 3,5 εκατομμύρια πρόσφυγες από τη Συρία και 365 χιλιάδες από άλλες περιοχές. Το συνολικό ποσό χρηματοδότησης για τις δράσεις αυτές ανέρχεται στα 3 δισεκατομμύρια ευρώ.

Η συνεργασία ΕΕ – Τουρκίας εκτείνεται και πέρα από τα ζήτημα ασφάλειας και καταστολής της προσφυγικής κρίσης. Σε ζητήματα ενέργειας, μεταφορών, οικονομίας και εμπορίου έχει σημειωθεί σημαντική πρόοδος τα τελευταία χρόνια. Επίσης στο τέλος του 2016 έχει υιοθετηθεί από την Ευρωπαϊκή επιτροπή πρόταση για διεύρυνση και εκσυγχρονισμό την υφιστάμενης Τελωνειακής Ένωσης.

  • Προβληματισμοί ΕΕ για το εσωτερικό της Τουρκίας

Ωστόσο, η κοινή γεωγραφική ταυτότητα εν αρχή και η συνεργασία στα διάφορα επίπεδα (προσφυγικό, τρομοκρατία, οικονομία) εν συνεχεία, δε θα μπορούσαν να αποτελέσουν συνθήκες επαρκείς  για την πλήρη σύγκλιση των δυο μερών. Παρόλο που η επίσημη θέση της Τουρκίας φέρεται ακόμα και σήμερα να παραμένει σταθερή ως προς την επιθυμία της για ένταξη στην ΕΕ, αυτό δεν επιβεβαιώνεται και από τη στάση που κρατά σε κρίσιμα ζητήματα.

Στον απόηχο του πραξικοπήματος κατά της κυβέρνησης Erdoğan από ένα μεγάλο μέρος του τουρκικού στρατού, το καλοκαίρι του 2016, η Τουρκία έχει προσχωρήσει σε μια σειρά πολιτικών συμπεριφορών στο εσωτερικό της, οι οποίες έρχονται σε σύγκρουση με τις βασικές αρχές της ΕΕ. [59]Τόσο ο θεσμός της ΕΕ, όσο και τα κράτη-μέλη της, καταδίκασαν από την πρώτη στιγμή και σε όλους τους τόνους την προσπάθεια υπονόμευσης της δημοκρατίας δια του πραξικοπήματος. Ωστόσο δεν παρέλειψαν να επιστήσουν τη προσοχή στη κυβέρνηση για τον τρόπο με τον οποίο θα διαχειριζόταν την αποκατάσταση της ομαλότητας στη χώρα.

Οι ανησυχίες της ΕΕ επαληθεύτηκαν. Έκτοτε μέχρι και σήμερα με προκάλυμμα την καταστολή της τρομοκρατίας και στοχοποιώντας το κίνημα Gulen ως βασικό υποκινητή του αποτυχημένου πραξικοπήματος, η τουρκική κυβέρνηση έθεσε τη χώρα σε κατάσταση εκτάκτου ανάγκης λαμβάνοντας μέτρα που κινούνται στα όρια του αυταρχισμού. Με 31 διατάγματα να τίθενται και να βρίσκονται ακόμα σε ισχύ, χωρίς να έχουν περάσει από επιμελή έλεγχο του κοινοβουλίου η Τουρκία φέρεται να καταπατά θεμελιώδη αστικά και πολιτικά δικαιώματα, όπως για παράδειγμα αυτό της ελευθερίας της έκφρασης και της ελευθερίας του συνέρχεσθαι και συνεταιρίζεσθαι.

[60]Χαρακτηριστικό είναι το γεγονός ότι απο τη μέρα του πραξικοπήματος 150 χιλιάδες άνθρωποι έχουν τεθεί υπό περιορισμό, 78 χιλιάδες άνθρωποι έχουν συλληφθεί, ενώ συνολικά 110 χιλιάδες δημόσιοι υπάλληλοι έχουν απολέσει την εργασία τους. Στις διαδικασίες αυτές έχουν εντοπιστεί μια σειρά παρατυπιών, που κάθε άλλο παρά σε αρμονία βρίσκονται με τη θεώρηση για το κράτος δικαίου της ΕΕ. Στον καταιγισμό των συλλήψεων και της στοχοποίησης, από την πλευρά της κυβέρνησης έχουν περιέλθει ακαδημαϊκοί, δημοσιογράφοι, βουλευτές, δικαστές, στρατιωτικοί και ανώτατοι άρχοντες.

Ιδιαίτερα μετά την οριακή υπερψήφιση του δημοψηφίσματος σχετικά με τη μετατροπή του πολιτεύματος σε προεδρικό σύστημα, τον Απρίλη του 2017, έχουν εκτεθεί έντονοι προβληματισμοί σε ότι αφορά την λειτουργία του κράτους . Τόσο στις ετήσιες αναφορές της, όσο και δια των αξιοματούχων της, η ΕΕ έχει επιστήσει την προσοχή της Τουρκίας ουκ ολίγες φορές. Η ανεξαρτησία και αμεροληψία της δικαιοσύνης, η εφαρμογή του δικαιώματος στην δίκαιη δίκη, καθώς και άλλα διαδικαστικά δικαιώματα, είναι μερικοί μόνο κανόνες δικαίου που τίθενται υπό αμφισβήτηση από την ΕΕ.

Δύο χρόνια μετά, η χώρα βρίσκεται καταχρηστικά σε κατάσταση εκτάκτου ανάγκης κάνοντας συνεχή χρήση διαταγμάτων. Το γεγονός αυτό έχει ως αποτέλεσμα την πλήρη αποδυνάμωση της νομοθετικής εξουσίας δηλαδή του τουρκικού κοινοβουλίου, μεταφέροντας αδιακρίτως εξουσίες στην δυνατότητα του προέδρου Erdoğan. Στο πλαίσιο αυτό, η εμφανής παραβίαση βασικών αρχών, όπως είναι η αρχή της διάκρισης των εξουσιών, και η αρχή της αναλογικότητας κατά τη λήψη μέτρων, δεν αφήνει περιθώρια συναίνεσης στην ΕΕ,  παρά μόνο τη συνεχή και επίμονη επιζήτηση της άρσης του καθεστώτος εκτάκτου ανάγκης.

  • Η εξωτερική πολιτική της Τουρκίας με τους γείτονες

Στο ήδη τεταμένο κλίμα μεταξύ ΕΕ – Τουρκίας σε ότι αφορά το εσωτερικό της χώρας, έρχονται να προστεθούν τα πάγια ζητήματα εξωτερική πολιτικής. Η Τουρκία φαίνεται να προβαίνει με συνέπεια τα τελευταία χρόνια, σε πράξεις που αντιβαίνουν τις σχέσεις καλής γειτονίας και πολλές φορές θέτουν σε κίνδυνο τη σταθερότητα της περιοχής της Ανατολικής Μεσογείου και του Αιγαίου. Συγκεκριμένα οι συνεχείς παραβιάσεις από τουρκικής πλευράς, των χωρικών υδάτων αλλά και του εναέριου χώρου της Ελλάδας και της Κύπρου εγείρουν έντονα ζητήματα εξομάλυνσης  των μεταξύ τους σχέσεων.

Επιδείνωση της κατάστασης αυτής, έχουν προκαλέσει οι κλιμακούμενες οικονομικές και κυριαρχικές αξιώσεις της Τουρκίας, στην Αποκλειστική Οικονομική Ζώνη (ΑΟΖ) τόσο της Ελλάδας, όσο και της Κύπρου. Συγκεκριμένα η εκδήλωση πρόθεσης της Τουρκίας για διεξαγωγή ερευνών στα χωρικά ύδατα της Ελλάδας (Καστελόριζο), αλλά και η συνεχής παρέμβαση και παρεμπόδιση των ερευνών στην κυπριακή ΑΟΖ τα τελευταία δύο χρόνια, φέρεται να αποτελούν συνθήκες αποκλίνουσας πορείας από την διακρατική συνεννόηση. Επιπλέον, η κράτηση  των δύο Ελλήνων αξιοματούχων που συνελήφθησαν κατά την περιπολία τους στα σύνορα Ελλάδας – Τουρκίας, φαίνεται να χρησιμοποιείται ως αντίμετρο από την Τουρκική πλευρά για την –καθ’ υπόδειξη του Συμβουλίου της Επικρατείας- μη έκδοση των οκτώ Τούρκων αξιωματούχων στις τουρκικές αρχές.

Τον Δεκέμβρη του 2017, ο πρόεδρος Erdoğan, έγινε ο πρώτος πρόεδρος έπειτα από 65 χρόνια που επισκέπτεται την Ελλάδα. Η επίσκεψη αυτή θα μπορούσε να σηματοδοτήσει μια νέα βάση συνεννόησης των δύο κρατών. Κάτι τέτοιο ωστόσο δεν συνέβηκε, αφού οι αμφισβητήσεις των κυριαρχικών δικαιωμάτων και οι παραβιάσεις διεθνών συνθηκών συνεχίστηκαν από την πλευρά της Τουρκίας, οδηγώντας σε οξεία ρητορική ενίοτε και από τις δύο πλευρές.

Δεδομένης της κατάστασης και όντας αποδέκτης των επίσημων καταγγελιών από την πλευρά της Ελλάδας και την Κύπρου, η ΕΕ έχει καταδικάσει ανελλιπώς και απερίφραστα τις πρακτικές αυτές της Τουρκίας. Έχει καλέσει το κράτος της Τουρκίας, πόσο δε μάλλον όντας υποψήφιο προς ένταξη κράτος-μέλος της ΕΕ, να συμμορφωθεί με τους κανόνες και τις συνθήκες του διεθνούς δικαίου, να ενισχύσει τις ειρηνικές διαπραγματεύσεις αλλά και να επενδύσει στις σχέσεις καλής γειτονίας με τις χώρες αυτές. Άλλωστε, τα ως άνω δεν αποτελούν –όπως καταγράφεται στην επίσημη ετήσια αναφορά της ΕΕ για την Τουρκία- παρά την ευθυγράμμιση ενός κράτους με τον παγκόσμιο χάρτη των Ηνωμένων Εθνών ο οποίος έρχεται σε συμφωνία με το Διεθνές Δικαστήριο.

  • Το Κυπριακό ζήτημα

Σε ότι αφορά το Κυπριακό ζήτημα η Τουρκία σε θεωρητικό επίπεδο φέρεται να υποστηρίζει την συζήτηση μεταξύ των δύο κοινοτήτων. Παρόλο που κατά το 2017 πραγματοποιήθηκαν δύο συνδιασκέψεις (Γεννέβη, Γκραν Μοντανά) υπό την αιγίδα και καθοδήγηση του ΟΗΕ, δεν επιτεύχθηκαν οι απαιτούμενες συγκλίσεις των δύο ηγετών για μια κοινά αποδεκτή και βιώσιμη λύση. Την ίδια στιγμή ωστόσο, η Τουρκία με την επιλογή παραμονής των κατοχικών στρατευμάτων στο νησί της Κύπρου, δεν έχει εκπληρώσει την πλήρη και χωρίς διακρίσεις εφαρμογή του Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της Συμφωνίας Σύνδεσής[61] της με την ΕΕ έναντι όλων των κρατών μελών της. Επίσης δεν έχει άρει ακόμα τον αποκλεισμό ελεύθερης διακίνησης πολιτών και αγαθών από και προς την Κυπριακή Δημοκρατία.

Άλλωστε, οι προθέσεις της Τουρκίας δεν φαίνεται να προσανατολίζονται προς αυτή την κατεύθυνση. Η ανα τακτά χρονικά διαστήματα, εκδήλωση πρόθεσής της να διατηρήσει το ρόλο της εγγυήτριας δύναμης, ακόμα και μετά την εξεύρεση της όποιας πιθανής λύσης του Κυπριακού ζητήματος, βρίσκει σε εννοιολογική ασυνέπεια την πρόθεση της χώρας για προσχώρηση στην ΕΕ. Στη λογική αυτή συντείνει και η έντονη παρεμβατικότητα  των Τουρκικών αρχών, στις διαδικασίες έρευνας και εξόρυξης υδρογονανθράκων της κυπριακής ΑΟΖ. Η στάση αυτή θα μπορούσε να ερμηνευθεί και ως γενικότερη απροθυμία της Τουρκίας, για μια πλήρη αποκόλληση της τουρκοκυπριακής κοινότητας του νησιού από τη σφαίρα επιρροής της.

Είναι σημαντικό ωστόσο να αποτελέσει κοινό τόπο, πως η πλήρης αντιστροφή αυτού του σκηνικού, όχι μόνο θα μπορούσε να παράσχει μια σημαντική ώθηση στη διαπραγματευτική διαδικασία του Κυπριακού ζητήματος, αλλά αποτελεί και βασική προϋπόθεση για την δυνατότητα ένταξης της Τουρκίας στην ΕΕ.

  • Η συνολική εικόνα

Η Τουρκία τα τελευταία χρόνια έχει περιέλθει κατά την κοινή ομολογία, σε μια πολιτική τακτική η οποία επιδέχεται τουλάχιστον προβληματισμό. Με την εσωτερική διακυβέρνηση να κινείται στα όρια του απολυταρχισμού και την εξωτερική πολιτική να αμφισβητεί με συνέπεια το διεθνές δίκαιο, η αρχή της δημοκρατικότητας στην Τουρκία φαίνεται να βαδίζει σε επικίνδυνα μονοπάτια. Ιδιαίτερα την επικείμενη περίοδο, ενόψει των προεδρικών εκλογών του καλοκαιριού, και ευρισκόμενη φυσικά σε προεκλογική περίοδο, η πλειονότητα της πολιτικής σκηνής δεν αποφεύγει τον πειρασμό να υποπέσει σε εθνικιστικές κορώνες.

Δεδομένων των αρχών και ιδεών που προάγει η ΕΕ, οι συνθήκες αυτές υπο άλλες περιστάσεις θα αποτελούσαν αιτία μονομερούς τερματισμού των συζητήσεων μεταξύ των δύο μερών για την ένταξη της Τουρκίας στην ΕΕ. Ωστόσο οι χρονικές συγκυρίες, με βασικότερη την κατάσταση στην Μέση Ανατολή και το ζήτημα των προσφυγικών ροών που προκύπτει, επιβάλουν σιωπηρά στην ΕΕ να διατηρεί χαμηλούς τόνους στην κριτική που ασκεί στην Τουρκία. Η αποδοτική συνεργασία στο πεδίο της προσφυγικής κρίσης, στην παρούσα χρονική στιγμή φαίνεται να λείτουργεί ευεργετικά και για τις δύο πλευρές. Αφενός η ΕΕ σε μια περίοδο υποβόσκουσας ακροδεξιάς απειλής σε μεγάλη μερίδα των κρατών-μελών της, δείχνει ανέτοιμη να διαχειριστεί την εισροή του μουσουλμανικού στοιχείου στο εσωτερικό της, σε τόσο μεγάλη ένταση. Ως εκ τούτου επιδεικνύει συνέπεια ως προς το ανθρωπιστικό της πρόσωπο χρηματοδοτώντας μέσω προγραμμάτων τη τουρκική κυβέρνηση για την υποδοχή τους. Αφετέρου, η τουρκική πλευρά χρησιμοποιεί την ανάληψη της ευθύνης των προσφύγων ως μοχλό πίεσης προς την ΕΕ, κατευνάζοντας έτσι την όποια κριτική της ασκείτε για τις πρακτικές που ακολουθεί στο εσωτερικό και το εξωτερικό της.

Η Τουρκία πέρα από την προσφυγική κρίση καλείτε να αντιμετωπίσει μια σειρά αναταράξεων στο εσωτερικό της όπως είναι οι τρομοκρατικές επιθέσεις, αποτυχία συνομιλιών με την Κουρδική μειονότητα, οικονομική αστάθεια και η έντονη αμφισβήτηση από την αντιπολίτευση. Τα πολλά ανοιχτά μέτωπα της κυβέρνησης Erdoğan μέσα και έξω από τη χώρα την έχουν οδηγήσει σε πολιτικές και κοινωνικές συμπεριφορές στις οποίες δε θα μπορούσε να συναινέσει η ΕΕ. Το γεγονός αυτό όχι μόνο εντείνει την κατάσταση της χώρας αλλά την απομακρύνει και από την όποια ευρωπαϊκή της ταυτότητα περισσότερο από κάθε άλλη φορά. Η “κοινή γραμμή” που θέτει σαν βασική προϋπόθεση η ΕΕ για την ένταξη της Τουρκίας στο σύμπλεγμα, τείνει να πληγεί ανεπανόρθωτα.

Του Ορέστη Μάτσα

Δημοσιεύτηκε στο thesafiablog.com

Κατηγορίες: Πολιτική

0 σχόλια

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *