ΚΥΠΡΙΑΚΟ

Πού βρισκόμαστε;

Το Κυπριακό ζήτημα ήταν και εξακολουθεί να είναι η κύρια πηγή αβεβαιότητας για το μέλλον της κρατικής υπόστασης, της εθνικής κυριαρχίας και ασφάλειας της Δημοκρατίας και των πολιτών της.

Η Κυπριακή Δημοκρατία, με την αυτοπεποίθηση ενός κράτους μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης και της γεωπολιτικής της θέσης, οφείλει να δηλώνει παρούσα στις συζητήσεις και να προσέρχεται προετοιμασμένη στον διάλογο με τα εμπλεκόμενα μέρη, δίχως να αυτοπαγιδεύεται. Κατ’ αυτόν τον τρόπο, το μήνυμα τόσο στους υπόλοιπους συμβαλλόμενους, όσο και στη διεθνή κοινότητα, είναι πως η Κυπριακή Δημοκρατία όχι μόνο επιθυμεί την επίλυση του σύνθετου αυτού ζητήματος, αλλά και το ιεραρχεί ως ύψιστη προτεραιότητά της.

Φυσικά, η προεργασία και το αποτέλεσμα του διαλόγου δεν νοείται να οδηγεί/οδηγήσει σε δύο άκρως επικίνδυνα  σταυροδρόμια.

Το πρώτο αφορά την διχοτόμηση και τα δύο κράτη, «λύση» που θα επικύρωνε μία συνθήκη ιστορικά άδικη, αλλά και ανθρωπιστικά εγκληματική. Ό,τι στόχο είχε η παράνομη τουρκική εισβολή και κατοχή στην Κύπρο, δεν επιτρέπεται να πραγματωθεί και επίσημα δια της διχοτόμησης. Σενάριο, το οποίο δυστυχώς ο πρόεδρος Αναστασιάδης, με την στήριξη μερίδας της -επικίνδυνης για το εθνικό συμφέρον- Ακροδεξιάς, δεν δίστασε έμμεσα να καλλιεργήσει πίσω από κλειστές πόρτες.

Το δεύτερο επικίνδυνο σταυροδρόμι αποτελεί η αέναη διατήρηση του status quo, δηλαδή της σημερινής κατάστασης που ταυτίζεται σε μέγιστο και σχεδόν απόλυτο βαθμό με τα χαρακτηριστικά της διχοτόμησης. Με τον αριθμό των «ανοικτών» ζητημάτων που εμπεριέχονται στο συνολικό πακέτο του Κυπριακού να είναι μεγάλος, η Κυπριακή Δημοκρατία οφείλει να μην τοποθετήσει ένα τέτοιου μεγέθους θέμα κάτω από το χαλάκι. Ο χρόνος κυλά υπέρ των διχοτομικών σεναρίων και κατά μιας εθνικά συμφέρουσας λύσης. Οι επιπτώσεις στην καθημερινότητα μας, στην εθνική μας ασφάλεια αλλά σε ευρύτερη ανάλυση, στο ιστορικό καθήκον μας για επίτευξη μιας ιστορικά Δίκαιης λύσης, θα φαντάζουν πλέον μη αναστρέψιμες. Η υπάρχουσα κατάσταση δεν είναι βιώσιμη. Και δεν νοείται να συνεχιστεί.

Πού θέλουμε να φτάσουμε;

Στο ερώτημα της Επίλυσης, το δίλημμα «ομοσπονδία» ή «ενιαίο κράτος» έχει βραχυκυκλώσει τις παραδοσιακές πολιτικές δυνάμεις σε ένα φανταχτερό αλλά άνευ ουσίας λεκτικό περιτύλιγμα. Η ουσία της όλης υπόθεσης είναι η διασφάλιση κάποιων πολύ συγκεκριμένων παραμέτρων, οι οποίες αφενός θα επιβεβαιώνουν την επαναφορά της Κύπρου στην προ εισβολής και κατοχής εποχή, αφετέρου η επαναφορά θα επιτευχθεί με επικαιροποιημένους όρους, που θα προσιδιάζουν σε ένα σύγχρονο, ευρωπαϊκό και προπαντός εθνικά Κυρίαρχο κράτος Δικαίου, με σεβασμό στα ανθρώπινα δικαιώματα και στην ασφάλεια των πολιτών, των κοινοτήτων και των θρησκευτικών ομάδων.

Στόχος, ένα βιώσιμο και λειτουργικό μοντέλο ενός και μοναδικού κράτους, με μία και μοναδική διεθνή προσωπικότητα, δίχως γεωγραφικούς, οικονομικούς, κοινωνικούς περιορισμούς και εσωτερικά σύνορα «διχοτόμησης». Δίχως γειτονικά κράτη-«μπαμπούλες» πάνω από το κεφάλι του, εκβιασμούς και απειλές για χρήση βίας εντός του εδάφους του. Δίχως σφετερισμό των ενεργειακών πόρων του από τρίτα «μέρη», τα οποία διακαώς επιχειρούν να επιβάλλουν νέα τετελεσμένα.

Ένα κρατικό μοντέλο, το οποίο θα εγγυάται δικαιώματα, αλλά και ευθύνες, σε όλους τους γηγενείς πολίτες. Ένα μοντέλο που θα επισφραγίσει τα διαχρονικά αιτήματα χιλιάδων και θα επιτρέψει σε όλους τους πρόσφυγες να επιστρέψουν στις ιδιοκτησίες τους και να διεκδικήσουν αυτά που έχασαν εν μια νυκτί, ως αποτέλεσμα της παράνομης τουρκικής εισβολής.

Στόχος της επίλυσης, η ολική ανάκτηση της εθνικής κυριαρχίας εκ μέρους μιας ολοκληρωτικά ελεύθερης Κύπρου και η ανάθεση του δικαιώματος να αποφασίζουν για τα του οίκου τους, αποκλειστικά στους πολίτες της Κύπρου. Γι’ αυτό και η αποχώρηση των τουρκικών στρατευμάτων κατοχής, η κατάργηση των ξένων εγγυήσεων και των επεμβατικών δικαιωμάτων συνιστούν απαραβίαστες γραμμές. Οι μόνοι που θα αποφασίζουν για το μέλλον του νησιού θα είναι αποκλειστικά και δίχως αστερίσκους οι πολίτες της Κύπρου.

Επιπλέον, η διαχείριση του τουρκικού εποικισμού, μιας κατάστασης νομικά παράνομης, πρέπει να οδηγήσει σε επανεξέταση του δικαιώματος των εποίκων να συναποφασίζουν, όπως έγινε στο σχέδιο Ανάν, το 2004. Για το μέλλον αυτού του νησιού, η γνώμη των Τούρκων εποίκων δεν γίνεται να εξισωθεί με εκείνη των υπόλοιπων διαμενόντων της Κύπρου.

Πώς θα το καταφέρουμε;

Μία διαδικασία σαν αυτή, δεν γίνεται να έχει την Ευρωπαϊκή Ένωση απούσα. Η Κυπριακή Δημοκρατία οφείλει να εκμεταλλευτεί κάθε διπλωματικό και πολιτικό δίαυλο, ούτως ώστε να ξεκαθαρίσει πως το οικονομικό και εμπορικό όφελος συγκεκριμένων κρατών μελών με την Τουρκία, δεν νοείται να υποβαθμίσει το γεγονός πως η μισή Κύπρος τελεί υπό κατοχή. Η απτή στήριξη των ευρωπαίων εταίρων μας δεν είναι μόνο επιθυμητή. Είναι καταστατική τους Υποχρέωση.

Σε τούτη τη στρατηγική, η διαδικασία για συνεννόηση με τους πολίτες, τα οργανωμένα κοινωνικά σύνολα και τις πολιτικές δυνάμεις της τουρκοκυπριακής κοινότητας που συμμερίζονται το όνειρο για μία ελεύθερη και εθνικά κυρίαρχη Κύπρο, δίχως ξένους «προστάτες» και σφετεριστές, δεν πρέπει να είναι στατική. Ο στόχος και των δύο «πλευρών» οφείλει να είναι άλλωστε η αποκατάσταση του Δικαίου, η επιστροφή των ξεριζωμένων στα εδάφη και στις ιδιοκτησίες τους, η δυνατότητα να αποφασίζουν για το νησί μονάχα οι πολίτες και οι εκλεγμένοι από αυτούς αντιπρόσωποι της Κύπρου.

Στην σύνθετη διαδικασία συζήτησης και απόφασης για ζητήματα της καθημερινότητας, της λειτουργίας του κράτους, της οικονομίας, της κοινωνίας, της πράσινης και βιώσιμης ανάπτυξης, της προστασίας του περιβάλλοντος, «φάρος» όλων μας αποτελεί το κοινό όραμα για μία ελεύθερη, ευρωπαϊκή και εθνικά ανεξάρτητη Κύπρο.

Οφείλουμε να ενδυναμώσουμε αυτό το όραμα. Μέσω της ανάδειξης και περαιτέρω αξιοποίησης των παρόντων διαύλων επικοινωνίας μεταξύ των δύο κοινοτήτων, μέσω της ανάληψης νέων και καινοτόμων κοινών πρωτοβουλιών και δράσεων, ώστε να τεθούν τέλος στα παράλογα διχοτομικά σχέδια. Πρωτοβουλίες, που θα θέσουν στο επίκεντρο τα μικρά και μεγάλα ζητήματα και θα διερευνήσουν πιθανές στρατηγικές επίλυσης. Δράσεις, που θα «τεστάρουν» τα όρια συναντίληψης και συμβίωσης και θα εντοπίζουν τα αδύναμα σημεία της.

Μονάχα έτσι, οι δύο κοινότητες θα είναι αφενός έτοιμες να εισέλθουν στην νέα εποχή, αφετέρου να ενισχύσουν την κοινή προσπάθεια για την επίλυση ενός ζητήματος που ταλαιπώρησε και ταλαιπωρεί γενεές γενεών. Ενός ζητήματος που προκάλεσε θύματα, πόνο, ανασφάλεια και δικαιολογημένη καχυποψία.

Οι νέες γενιές, καθώς και εκείνες που θα έρθουν μετά από αυτές, δικαιούνται να ζήσουν σε μια άλλη Κύπρο: μια Κύπρο κυρίαρχη του εαυτού της, ελεύθερη και ακμάζουσα. Μία Κύπρο δίχως τις παρεμβάσεις της Ερντογανικής Τουρκίας στα του οίκου της. Μία Κύπρο δίχως τα μυωπικά συμφέροντα ισχυρών κρατών που αποπειρώνται να επιβάλλουν λύσεις ξένες προς το εθνικό μας συμφέρον.

Δεν το οφείλουμε όμως μονάχα στους μελλοντικούς πολίτες του κράτους μας. Το χρωστάμε και σε όλους εκείνους κι εκείνες που έδωσαν τη ζωή τους κατά της παράνομης εισβολής και κατοχής. Εκείνους κι εκείνες, που αμύνθηκαν υπέρ της Ελευθερίας. Εκείνους κι εκείνες, που στο πέρασμα του χρόνου, ποτέ δεν λησμόνησαν το κοινό όραμα της επανένωσης.