Για πρώτη φορά στην ιστορία της Κυπριακής Δημοκρατίας, καταψηφίστηκε από την Βουλή των Αντιπροσώπων ο προϋπολογισμός της κυβέρνησης. Είναι ένδειξη ανικανότητας; Πάντως κανείς δε μπορεί να υπερασπιστεί πως είναι το αντίστροφο. Κανείς πλην της κυβέρνησης, αφού φαίνεται να επιχειρείται εντέχνως η μετακύλιση της ευθύνης οπουδήποτε αλλού. Η απροθυμία της σημερινής κυβέρνησης και του κυβερνώντος κόμματος για ενδοσκόπηση και αυτοκριτική αποτελεί μια καλή υπενθύμιση για την αλαζονεία που δημιουργούν οι θέσεις εξουσίας. Θα μπορούσε να πει κανείς πως αυτή η δεσποτική συμπεριφορά, κουβαλά, αν όχι μια φυσιολογικότητα, τουλάχιστον μια λογική εξήγηση. Δεν είναι τίποτα περισσότερο από ένα πανανθρώπινο αταβιστικό χαρακτηριστικό ανηγμένο και αφομοιωμένο στο συνειδητό ενός ολόκληρου ιδεολογικού χώρου και εκφρασμένο σε πολιτική άσκηση.

Ωστόσο, δεν είναι εκεί που έχει αξία να εστιάσουμε την προσοχή μας, ακριβώς γιατί δεν είναι εκεί που έχουμε τη δυνατότητα, ως πολίτες, να επιζητήσουμε την ανατροπή. Προβαίνοντας σε μια κοινωνική ενδοσκόπηση, είναι πολύ εύκολο να εντοπίσουμε τα «πως» και τα «γιατί». Έχουμε πολλά να δούμε και να κάνουμε ως κοινωνία στην αμφίδρομη σχέση μας με τον έλεγχο, την ενημέρωση και την κριτική απέναντι σε κάθε κυβέρνηση, σε κάθε κόμμα, σε κάθε σώμα ή πρόσωπο που παράγει πολιτική.

Η δική μας απάθεια, η δική μας αδιαφορία και άρα η δική μας ανοχή στην κοροϊδία είναι που εξέθρεψαν την σημερινή συμπεριφορά της κυβέρνησης. Η δική μας αδυναμία να αναγνωρίσουμε τα μεγάλα, πλην ουσιώδη, λόγια, και τις ατέρμωνες, πλην εφικτές, υποσχέσεις. Γιατί το θράσος του ΔΗΣΥ και του κάθε ΔΗΣΥ, το θράσος του κάθε ενός που τοποθετείται δημόσια, σε τηλεοπτικούς δέκτες, ραδιόφωνα και στη βουλή, απευθυνόμενος στον κάθε ένα από εμάς, χωρίς να αισθάνεται τη στοιχειώδη υποχρέωση, να σέβεται την νοημοσύνη μας, δεν είναι, όπως η αλαζονεία, εγγενές χαρακτηριστικό. Είναι μια -αμφίδρομα άρρωστη- σχέση μεταξύ πολιτικής και κοινωνίας που καλλιεργείται εδώ και πολλά χρόνια. Είναι μια σχέση που τροφοδοτείται από τους δημοσιολογούντες και εξελίσσεται βάσει της αποδοχής που λαμβάνει από τους πολίτες. Ε λοιπόν, στη χώρα μας, αυτό το θράσος του δημόσιου εμπαιγμού και της επικοινωνιακής πολιτικής απάτης, έχει τόσο μεγάλη κοινωνική αποδοχή, που εκλέγει κυβερνήσεις και δίνει κοινοβουλευτικές πλειοψηφίες.

Αυτό, άλλωστε, βρίσκεται σε απόλυτη συμφωνία με τα γεγονότα που υπερβαίνουν, το ένα μετά το άλλο, την νωχελικη πολιτική μας αντίληψη. Συνάδει απόλυτα με ένα κράτος του οποίου το όραμα της ανάπτυξης εξαντλείται σε πύργους και πολιτογραφήσεις διαπλεκόμενων, του οποίου ο Πρόεδρος ταξιδεύει με ιδιωτικά τζετ σαουδάραβων επενδυτών, του οποίου ο πρ. Πρόεδρος της Βουλής κλείνει το μάτι στη διαπλοκή, του οποίου οι ανεξάρτητες ελεγκτικές αρχές εμποδίζονται από την περάτωση των καθηκόντων τους και των οποίων ο επικεφαλής απειλείται να οδηγηθεί στο Ανώτατο Δικαστήριο για παύση, του οποίου Υπουργός διορίζεται ως Γεν. Εισαγγελέας για να ανακύψουν, σε μόλις δύο μήνες, συγκρουόμενα συμφέροντα επί των καθηκόντων του.

Άρα πριν αναζητήσουμε το πρόβλημα γενικά κι αόριστα, ας αναρωτηθούμε πρώτα αν είμαστε πρόθυμοι να το εντοπίσουμε, αν είμαστε πρόθυμοι να ξεβολευτούμε. Ας αναρωτηθούμε αν είμαστε πρόθυμοι να συγκρουστούμε με το κατεστημένο, όχι κατ’ ανάγκη ανοιχτά και δημόσια, αλλά μέσα μας και μέσα απ’ τις επιλογές μας.

Του Ορέστη Μάτσα

Δημοσιεύτηκε στο pafospress.com

Κατηγορίες: Oικονομία